Η γη μας είναι χαμένη ανάμεσα στ΄ άστρα κι οι άνθρωποι πάνω της ξένοι ο ένας για τον άλλο! (Μενέλαος Λουντέμης).
Η καθημερινότητά μας κατακλύζεται πλέον από μία μαύρη και απελπιστικά απογοητευτική ειδησεογραφία: Ακρίβεια, μισθοί πείνας, ανεργία, ο επικείμενος νόμος για την άρση της ανωνυμίας των bloggers, τα δύο αγοράκια που χάθηκαν στην Ορεστιάδα, ο γάμος ομοφυλοφίλων, ο γυιός των ηθοποιών και τα ναρκωτικά και σήμερα και η δολοφονία του Σεργιανόπουλου. Και οι εισαγγελείς ψάχνουν να βρούν την παράβαση καθήκοντος που τυχόν έκανε ο Δήμαρχος της Τήλου και σφυρίζουν αδιάφορα για τους λογαριασμούς στην Ελβετία της Μάρκου και για το ποιο κόμμα πήρε τις μίζες της SIEMENS.
Νομίζω ότι πλέον πήραμε το δρόμο χωρίς επιστροφή! Στη ζωή μας φέραμε μόνιμο φθινόπωρο και μαρασμό… Παρακολουθούμε αμήχανοι όσα γίνονται, ανίκανοι να αντιδράσουμε, βολεμένοι στη φτώχεια των «ανέσεων» της μίζερης ζωής μας! Είμαστε ευτυχισμένοι αν κανείς δεν μας ταράξει την ησυχία μας όταν μετά από ατέλειωτες ώρες «δουλείας» και όχι δουλειάς, επιστρέψουμε στον καναπέ μας έτοιμοι να καταπιούμε όλα τα σκουπίδια της τηλεόρασης ή να βυθιστούμε στην εικονική πραγματικότητα του internet.
Τέτοιες μέρες στο νου μου έρχονται οι σκέψεις του Μενέλαου Λουντέμη:
«Είναι δύσκολο να υποφέρει κανείς τη ζωή το φθινόπωρο, την εποχή του μαρασμού και του θανάτου! Μέρες τεφρές, ουρανός χωρίς ήλιο, που κλαίει, νύχτες σκοτεινές, το παραπονετικό θρήνημα του αγέρα κι οι φθινοπωρινοί ίσκιοι -ίσκιοι σκοτεινοί και μαύροι –όλα αυτά ξυπνούν μέσα στον άνθρωπο σύννεφα από πένθιμες σκέψεις και γεμίζει η ψυχή του από μυστηριώδη φρίκη για τη ζωή αυτή, όπου όλα είναι εφήμερα, όλα συμβατικά, γεννιέται κανείς, υποφέρει, πεθαίνει… Γιατί; Για ποιο σκοπό;;».
Μέσα σε τούτη την τρομερή τερατούπολη, την Αθήνα όπως και σε κάθε μεγαλούπολη του πολιτισμένου κόσμου μας, οι άνθρωποι μοιάζουν μηχανικά, άψυχα ρομπότ, που κινούνται σ΄ ένα χάος από τσιμέντο και άσφαλτο. Οι ματιές πια δεν καθρεφτίζουν παρά μια παγωμένη ψυχή, γεμάτη αγριάδα και κάποτε απελπισία!
Δεν υπάρχουν μήτε φίλοι. Μόνο αναγκαστική, τυπική επαφή εξωτερικών σχέσεων και τίποτε πιο βαθύ!
Εκατομμύρια ανθρώπινα ομοιώματα βαδίζουν στους βρωμερούς δρόμους, που αλλοίμονο μάταια κάποια μαραζωμένη ακακία προσπαθεί να στολίσει! Μάταια πράγματι!
Δεν καταφέρνει παρά να κάνει πιο θλιβερό το θέαμα και φαντάζει εκεί σαν ένα τραγικό απομεινάρι της ζωής που άλλοτε την πλημμύριζε!
Ένα ανθρώπινο ομοίωμα και εσύ σαν όλα τα άλλα αισθάνεσαι το αναπόφευκτο τέλος και το ολοκληρωτικό πια πάγωμα της ψυχής σου. Τι δυστυχία αλήθεια…
Όμως μέρα με τη μέρα, στιγμή με τη στιγμή ανακαλύπτεις πως γελάστηκες και γελιέσαι συνέχεια.
… Δεν έμεινε πια πάνω στη γη μας ούτε μια σ τ ά λ α α ν θ ρ ω π ι ά ς!!!
Νοιώθεις χαμένος σε μια έρημο, γεμάτη ανθρώπινα σκιάχτρα και εκεί που ξάφνου νομίζεις πως διέκρινες κάποιο ζωντανό άνθρωπο μόλις φθάσεις κοντά του και ζητήσεις να ζεσταθείς στη ματιά του αντικρίζεις ένα βλέμμα παγωμένο, νεκρό που σε κοιτά χωρίς να σε βλέπει!
Πίκρα και απογοήτευση! Αθήνα καταδικασμένη πόλη!
Σε λίγο θα γίνεις ένα νεκροταφείο δυστυχισμένων ψυχών!
Μάταια θα ζητά κανείς ένα συντροφικό χέρι για ν΄ ανηφορίσει το τραχύ μονοπάτι. Όλοι θα βαδίζουμε μόνοι μας. Ο ένας δίπλα στον άλλο. Τα κουφάρια μας ίσως ν΄ αγγίζουν πότε-πότε μα οι καρδιές μας δεν πρόκειται ποτέ ν΄ ανταμώσουν.
Θα βαδίζουν σε δρόμους παράλληλους που δεν ενώνουν πουθενά κι η αποξένωση κι η μοναξιά θά ναι πια όλη μας η ζωή!!
.















